ερημάδιν

ἐρημάδιν και ὁρμάδι και ρημάδι, τὸ (Μ)
1. έρημος τόπος, ερημιά
2. αυτός που είναι κατεστραμμένος, «ρημάδι».
[ΕΤΥΜΟΛ. < ερημάδ-ιον (< ερημάς, -άδος). Ο τ. ορμάδι < ερημάδιν με τροπή τού ε- σε ο- υπό τη φωνητική επίδραση τού -ρ- και με σίγηοη τού ενδοσυμφωνικού -η -. Ο δε τ. ρημάδι < ερημάδιν, με σίγηση τού αρχικού άτονου ε-].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ρημάδι — το, Ν 1. κτήριο ερειπωμένο και εγκαταλελειμμένο, χάλασμα, ερείπιο 2. (γενικά) α) καθετί το κατεστραμμένο ή εγκαταλελειμμένο ως ανάξιο λόγου («τα ρημάδια τής ζωής») β) καθετί το άχρηστο ή ενοχλητικό («τί τό θέλεις το ρημάδι;») 3. στον πληθ. τα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.